Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ

Check out this SlideShare Presentation:

http://www.pi.ac.cy/dnn/Portals/2/To%20diplo%20biblio.pdf


http://www.e-yliko.gr/htmls/glossa/diktibibl/filogxatzis.aspx

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%A7%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82


http://bibliofagos.blogspot.com/2006/07/blog-post_23.html


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artid=125064&dt=13/08/2000


Ο ηπειρώτης Δημήτρης Χατζής αντιπροσωπεύεται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας με τέσσερα κείμενα. Πρόκειται για τα κεφάλαια «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην
Έρημη Χώρα» και «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου» από το μυθιστόρημα «Το διπλό
βιβλίο» στη Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου αντίστοιχα, «Ο Σιούλας ο Ταμπάκος» από τη συλλογή
διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» και «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» από τη συλλογή «Σπουδές» στη Γ΄ Λυκείου.Τα έργα που παρουσιάζονται είναι από τα πιο γνωστά έργα του Χατζή. Ο πεζογράφος στο μυθιστόρημα «Το διπλό βιβλίο» επιχειρεί μέσα από έναν πρωτοποριακό τρόπο γραφής να αποτυπώσει την πραγματικότητα των ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία κάνοντας παράλληλα μια τομή στις αναζητήσεις και τις κοινωνικές και ιστορικές περιπέτειες του Ελληνισμού. Ο Χατζής επέλεξε να παρουσιάσει τα κεφάλαια του βιβλίου ως αυτοτελείς ιστορίες που έχουν ως βασικό αλλά χαλαρό άξονα έναν ήρωα-αφηγητή που περιγράφει τη ζωή του στην Γερμανία, προκειμένου να καταγραφεί από τον συγγραφέα αλλά παράλληλα περιγράφει και έναν αριθμό ατόμων με τα οποία συμβιώνει. Μέσα από την καταγραφή των ιστοριών του δημιουργείται ένα πρωτογενές υλικό που πρόκειται – όπως φαίνεται μέσα στο βιβλίο – να επεξεργαστεί ο συγγραφέας για να αποτυπώσει την ζωή του σύγχρονου ελληνισμού, το ρωμαίικο όπως επαναλαμβάνεται στο μυθιστόρημα. Θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ περιληπτικά στην υπόθεση και τη δομή του έργου
καθώς η επιλογή των αποσπασμάτων στα σχολικά εγχειρίδια δεν αναδεικνύει αυτήν την προοπτική του έργου. Στο ανθολόγιο κειμένων της Β΄ Γυμνασίου δίνεται ένα απόσπασμα που –όπως φαίνεται και από την ένταξή του στην ενότητα «Η Αποδημία – Ο καημός της ξενιτιάς – Οι πρόσφυγες» στοχεύει στην κατάδειξη της απομόνωσης που βιώνει ο ήρωας ως μετανάστης στη Γερμανία. Σαφώς ο συγγραφέας στοχεύει στην αλλοτρίωση που βιώνει ο ήρωας ως απρόσωπη μονάδα της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά ο κύριος στόχος του κεφαλαίου δεν εξαντλείται σ’ αυτήν την προοπτική. Λίγο πιο κάτω στο κεφάλαιο ο ήρωας βιώνει και προκαλεί σκηνές βγαλμένες από το θέατρο του παραλόγου όταν προχωρά σε συναλλαγές και διαπραγματεύσεις μιας αγοράς προϊόντων που γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει ή του είναι άχρηστα για να ακολουθήσουν στη συνέχεια σκηνές από
απρόσωπους έρωτες και παράλληλοι πολιτικοί μονόλογοι στο καφενείο των Ελλήνων. Σε όλα τα παραπάνω ο ήρωας δε διαδραματίζει κάποιο προσωπικό, συνειδητό ρόλο αλλά παραμένει σιωπηλός παρατηρητής. Αυτή του ακριβώς η ιδιότητα αιτιολογεί και τον τίτλο τουκεφαλαίου: ο Κάσπαρ Χάουζ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε σε ένα δάσος στη Γερμανία και δεν είχε αναπτύξει τη δυνατότητα του λόγου. Μέσα από όλο το κεφάλαιο ο Χατζής κωδικοποιεί τις κοινωνικές, προσωπικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που καθιστούν το άτομο ανενεργό και αμέτοχο στα όσα διαδραματίζονται γύρω του και εντέλει τον μεταβάλλουν σε σιωπηλό παρατηρητή της ζωής του. Ο συγγραφέας δεν εντοπίζει το πρόβλημα της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης μόνο στο χώρο των μεταναστών αλλά, όπως φαίνεται από όλο το μυθιστόρημα, το μεταφέρει και το γενικεύει σε όλη τη μεταπολεμική Ελλάδα. Έτσι, η χρήση του αποσπάσματος στη συγκεκριμένη ενότητα μπορεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες τις ενότητας, ωστόσο το ερώτημα που προκύπτει είναι βασικό: κατά πόσον ο «τεμαχισμός» και η αποσπασματική μορφή ενός έργου προσφέρει την αισθητική και ιδεολογική λειτουργία που καλλιεργούσε ο δημιουργός; Ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για το κείμενο της Γ΄ Γυμνασίου «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου». Ο ήρωας του κεφαλαίου, ο Σκουρογιάννης βιώνει το αίσθημα της απομόνωσης και της αλλοτρίωσης επιστρέφοντας στην γενέτειρά του και μόνο η επαφή του με τη Φύση τον διαβεβαιώνει για την αξία του Νόστου με το όραμα του οποίου υπέμενε τη ζωή του οικονομικού μετανάστη στη Γερμανία. Η συντομία, ωστόσο του αποσπάσματος ενώ επιβεβαιώνει και επαληθεύει τον ένα πόλο του κεφαλαίου – που είναι το αίσθημα της αλλοτρίωσης που νιώθει ο ήρωας στην ίδια την πατρίδα του – αφήνει εκκρεμές το δεύτερο σκέλος που αφορά στην επανάκτηση της ταυτότητας του ήρωα που γίνεται μέσα. Για το μυθιστόρημα βλ. Σπύρος Τσακνιάς, «Το Διπλό Βιβλίο και οι δύο προοπτικές» στο Δημήτρης Χατζής.Μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα 1999, σελ. 182 – 189  Δημήτρης Χατζής, Το Διπλό Βιβλίο, εκδ. Το ροδακιό, Αθήνα, 1999, σελ. 63-79από την επαφή με την Φύση της περιοχής. Αξιοσημείωτο είναι ότι από το απόσπασμα απουσιάζει η επικοινωνία του ήρωα με μια αρκούδα της περιοχής που του επιβεβαιώνει το αίσθημα της ανθρωπιάς αλλά και του ονείρου της πατρίδας, επεισόδιο που δίνει και τον τίτλο
του κεφαλαίου. Στην Γ΄ Λυκείου εξετάζονται τα κείμενα «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» από τη συλλογή διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» και «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ». «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» περιγράφει τις περιπέτειες των ταμπάκων που έρχονται αντιμέτωποι με
τον εκβιομηχανισμό του επαγγέλματός τους και τη συνακόλουθη παρακμή της κοινότητας τους που σηματοδοτεί αναγκαστικές αλλαγές στη ζωή τους προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωσή τους. Στις οδηγίες για τη διδασκαλία του κειμένου επισημαίνεται η ανάγκη επισήμανσης της γλώσσας του κειμένου, της δομής, των χρονικών επιπέδων και του αντιπροσωπευτικού ρόλου του ήρωα. Πρόκειται για μια μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις προτάσεων για την ανάλυση κειμένου που αναδεικνύει τους άξονες του έργου και εκμεταλλεύεται τα μέσα και τα νοήματα του έργου. Στο συγκεκριμένο διήγημα ο Χατζής μέσα από την περιπέτεια του Σιούλα και, κατ’ αναλογία, και των υπόλοιπων ταμπάκων δίνει την περίπτωση μιας μακρόβιας επαγγελματικής συντεχνίας που αδυνατεί να εναρμονιστεί στις νέες συνθήκες παραγωγής αγαθών και έρχεται αντιμέτωπη με την οικονομική και ηθική εξαθλίωση: οι ηθικοί κώδικες αξιών του ήρωα έρχονται σε σύγκρουση με την καθημερινότητα και ακολουθεί η εναρμόνισή του με τη νέα τάξη πραγμάτων. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να αναδειχτούν μέσα από το κείμενο, όπως η συνδιαλλαγή του ήρωα με τους άλλους λαϊκούς ήρωες αλλά και η στάση της γυναίκας του ήρωα, μια στάση που έχει εξεταστεί συνολικά μέσα στη συλλογή και αναδεικνύει το ρόλο των γυναικείων χαρακτήρων: συγκεκριμένα, η Σιούλενα μέσα από τη σιωπή της δημιουργεί τις συνθήκες για τη μεταστροφή του ήρωα και για την πλήρη συνειδητοποίηση της θέσης του αλλά και των αλλαγών στις οποίες πρέπει να προχωρήσει
. Στην περίπτωση του διηγήματος «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» ήδη από την εισαγωγή επισημαίνεται η θεματική του κειμένου: πρόκειται για ένα κείμενο αισθητικής φύσεως που εξετάζει τη σχέση προσωπικής και καλλιτεχνικής ζωής, απομυθοποιώντας την καλλιτεχνική δημιουργία και δίνοντας ως πλαίσιο δημιουργίας της τον εξοστρακισμό της προσωπικής επιτυχίας για χάρη του καλλιτεχνικού έργου. Το διήγημα δίνεται σε αποσπασματική μορφή αλλά η επιλογή των σημείων που παραλείπονται, δεν αδικεί το έργο ούτε στερεί από το μαθητή τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την πορεία της ηρωίδας. Μόνη σημαντική παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί η απουσία των περικειμενικών στοιχείων που πλαισιώνουν το διήγημα: το σχόλιο-αφιέρωση «για την τέχνη» που προηγείται του τίτλου στην έκδοση της συλλογής καθώς και το απόσπασμα από τον Αρθούρο Ρεμπώ που προτάσσεται στην έκδοση του κειμένου και ουσιαστικά συμπυκνώνει την ουσία του αποσπάσματος. Επίσης, ξεχωριστή αναφορά άξιζε να γίνει στο χαρακτήρα όλης της συλλογής που χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το συγγραφέα «μια ερμηνεία σε πέντε θέματα» δίνοντας έτσι τον ιδιαίτερο και πρωτοποριακό χαρακτήρα της συλλογής και φανερώνοντας τις θεωρητικές και κριτικές αναζητήσεις του συγγραφέα.
...................................................................................................................................
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

http://www.youtube.com/v/9puxoJ1f6YU?fs=1&amp;hl=el_GR"></param><param



ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΙΘΑΚΗ (1911)


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.


Συγκρίνετε τη σημασία που έχει η  Iθάκη για τον ομιλητή του καβαφικού ποιήματος και το ηπειρώτικο χωριό Ντομπρίνοβο για το Δημήτριο Σκουρογιάννη στο απόσπααμα του Δ. Χατζή.

"ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ"-ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1998/05/24051998.pdf

http://www.youtube.com/v/cNGuZjSmymk?fs=1&amp;hl=el_GR"></param><param


http://www.youtube.com/v/hLMQ_zWpARY?fs=1&amp;hl=el_GR"></param><param


http://www.snhell.gr/lections/writer.asp?id=47


http://vod.sch.gr/video/view/606.html


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/dionysios_solwmos/index.htm



 






ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Α)ΚΕΙΜΕΝΟ: Δ.  ΣΟΛΩΜΟΣ:  ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ  ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ- ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ  Β΄,  απόσπασμα  1
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Άκρα  του  τάφου  σιωπή  στον  κάμπο  βασιλεύει
Λαλεί  πουλί,  παίρνει  σπυρί,  κι  η  μάνα  το  ζηλεύει.
Τα  μάτια  η  πείνα  εμαύρισε`  στα  μάτια  η  μάνα  μνέει`
Στέκει  ο  Σουλιώτης  ο  καλός  παράμερα  και  κλαίει:
"Έρμο  τουφέκι  σκοτεινό,  τι - σ'  έχω  ‘γω  στο  χέρι;
Οπού  συ  μου  'γινες  βαρύ  κι  ο  Αγαρηνός  το  ξέρει."
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Να  συγκρίνετε  αυτές  τις  στροφές  του  Ύμνου  εις  την  Ελευθερία  με  το  Β΄ Σχεδίασμα / πρώτο  (1ο)  απόσπασμα  από  πλευράς  περιεχομένου  και  ύφους.                                                                                           
Ακούω  κούφια  τα  τουφέκια,
Ακούω  σμίξιμο  σπαθιών,
Ακούω  ξύλα,  ακούω  πελέκια,
Ακούω  τρίξιμο  δοντιών.

Α!  τι  νύκτα  ήταν  εκείνη,
Που  την  τρέμει  ο  λογισμός
Άλλος  ύπνος  δεν  εγίνη
Πάρεξ  θάνατου  πικρός.                                                              (στροφές  44  και  45)
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ανάλογο το περιεχόμενο, αναφέρεται στο ίδιο ιστορικό γεγονός. Στο πρώτο, ο αφηγητής είναι αμέτοχος παρατηρητής, περισσότερο αντικειμενικός ίσως στην καταγραφή του προβλήματος. Στο δεύτερο, ο αφηγητής είναι και δρών πρόσωπο, άρα είναι πιο άμεσο και βιωματικό το ύφος. Κυρίαρχη η χρήση του ρήματος και στα δύο, μόνο που στο δεύτερο, κάθε στίχος έχει ένα ρήμα και μάλιστα στην α ΄ στροφή έχουμε επανάληψη του ρ. ακούω. Οι εικόνες πλεονάζουν και στα δυο, όμως στον Ύμνο στην Ελευθερία υπερτερούν οι ακουστικές, ενώ στους Ελεύθερους Πολιορκημένους οι οπτικές. Τα ρήματα στο πρώτο βρίσκονται σε χρόνο ενεστώτα (εξαιρ.1 αόριστος), ενώ στον Ύμνο, η α ΄ στροφή έχει ενεστωτικά ρήματα και η β ΄ στροφή παρελθοντικά. Ομοιοκαταληξία έχουν και τα δύο ζευγαρωτή το πρώτο και πλεχτή το δεύτερο). Κυρίαρχη είναι και στα δύο η ιδέα του θανάτου, της φθοράς και της παρακμής, πιο έντονη βέβαια στο δεύτερο και μάλιστα ήδη συντελεσθείσα. Στους Ε. Π. είναι προσδοκώμενη η ολοκληρωτική καταστροφή λόγω της πείνας και της σωματικής και ψυχικής εξάντληση.
Β)ΚΕΙΜΕΝΟ: Δ.  ΣΟΛΩΜΟΣ:  ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ  ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ- ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ  Β΄,  απόσπασμα  2
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Ο  Απρίλης  με  τον  Έρωτα  χορεύουν  και  γελούνε,
Κι  όσ'  άνθια  βγαίνουν  και  καρποί  τόσ'  άρματα  σε  κλειούνε.
Λευκό  βουνάκι  πρόβατα  κινούμενο  βελάζει,
Και  μες  στη  θάλασσα  βαθιά  ξαναπετιέται  πάλι,
Κι  ολόλευκο  εσύσμιξε  με  τ'  ουρανού  τα  κάλλη.
Και  μες  στης  λίμνης  τα  νερά,  οπ’  έφθασε  μ'  ασπούδα,
Έπαιξε  με  τον  ίσκιο  της  γαλάζια  πεταλούδα,
Που  ευώδιασε  τον  ύπνο  της  μέσα  στον  άγριο  κρίνο`
Το  σκουληκάκι  βρίσκεται  σ'  ώρα  γλυκιά  κι  εκείνο.
Μάγεμα  η  φύσις  κι  όνειρο  στην  ομορφιά  και  χάρη,
Η  μαύρη  πέτρα  ολόχρυση  και  το  ξερό  χορτάρι`
Με  χίλιες  βρύσες  χύνεται,  με  χίλιες  γλώσσες  κραίνει
Όποιος  πεθαίνει  σήμερα  χίλιες  φορές  πεθαίνει.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πώς εκδηλώνεται ο πειρασμός στα ποιήματα του Σολωμού και του Καρυωτάκη; Συγκρίνετε πώς αντιμετωπίζει ο κάθε ποιητής το ηθικό δίλημμα των ηρώων του.

Μέρα του Απρίλη.                             
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

[Κ.Γ.Καρυωτάκης, «Διάκος», Ελεγεία και Σάτιρες(1927). Ποιήματα και Πεζά, Ερμής, 1984, σ.95]
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ανάλογο το περιεχόμενο και στα δύο έργα , καθώς κυριαρχεί η εικόνα του πειρασμού της φύσης. Στο πρώτο, προσωποποιούνται δύο αφηρημένες έννοιες, ο Απρίλης και ο Έρωτας, για να σημάνουν την πανδαισία της χαράς που απλώνεται παντού στη γη. Σε μια τέτοια εποχή, ακόμη και υποδεέστερα του ανθρώπου όντα (πρόβατα, πεταλούδα, σκουληκάκι, μαύρη πέτρα και χορτάρι) αναζωογονούνται και ομορφαίνουν. Όλα αυτά δίνονται με πολλά σχήματα λόγου και εικόνες. Στο δεύτερο, υπερτερεί η εικόνα του Απρίλη, τα πουλιά και τα άνθη. Ο στίχος, μικρότερος σε έκταση, διακρίνεται από διασκελισμό, ενώ παρατηρείται μια κάπως περιορισμένη χρήση σχημάτων λόγου. Πάντως και στα δύο προετοιμάζεται η παρουσίαση της ηθικής στάσης των αγωνιστών, η οποία όμως διαφέρει σημαντικά. Στην πρώτη περίπτωση, είναι στάση αποδοχής της κατάστασης και καταξίωσης των Μεσολογγιτών να ζήσουν την ομορφιά αυτή, έστω για τελευταία φορά. Στο δεύτερο ποίημα, το ερώτημα στο τέλος ακούγεται σαν κραυγή απελπισίας και απόγνωσης, σα μια προσπάθεια ενεργοποίησης άνωθεν μηχανισμών για να μη συντελεστεί ο θάνατος.