Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ

Check out this SlideShare Presentation:

http://www.pi.ac.cy/dnn/Portals/2/To%20diplo%20biblio.pdf


http://www.e-yliko.gr/htmls/glossa/diktibibl/filogxatzis.aspx

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%A7%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82


http://bibliofagos.blogspot.com/2006/07/blog-post_23.html


http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=114&artid=125064&dt=13/08/2000


Ο ηπειρώτης Δημήτρης Χατζής αντιπροσωπεύεται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας με τέσσερα κείμενα. Πρόκειται για τα κεφάλαια «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην
Έρημη Χώρα» και «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου» από το μυθιστόρημα «Το διπλό
βιβλίο» στη Β΄ και Γ΄ Γυμνασίου αντίστοιχα, «Ο Σιούλας ο Ταμπάκος» από τη συλλογή
διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» και «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» από τη συλλογή «Σπουδές» στη Γ΄ Λυκείου.Τα έργα που παρουσιάζονται είναι από τα πιο γνωστά έργα του Χατζή. Ο πεζογράφος στο μυθιστόρημα «Το διπλό βιβλίο» επιχειρεί μέσα από έναν πρωτοποριακό τρόπο γραφής να αποτυπώσει την πραγματικότητα των ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία κάνοντας παράλληλα μια τομή στις αναζητήσεις και τις κοινωνικές και ιστορικές περιπέτειες του Ελληνισμού. Ο Χατζής επέλεξε να παρουσιάσει τα κεφάλαια του βιβλίου ως αυτοτελείς ιστορίες που έχουν ως βασικό αλλά χαλαρό άξονα έναν ήρωα-αφηγητή που περιγράφει τη ζωή του στην Γερμανία, προκειμένου να καταγραφεί από τον συγγραφέα αλλά παράλληλα περιγράφει και έναν αριθμό ατόμων με τα οποία συμβιώνει. Μέσα από την καταγραφή των ιστοριών του δημιουργείται ένα πρωτογενές υλικό που πρόκειται – όπως φαίνεται μέσα στο βιβλίο – να επεξεργαστεί ο συγγραφέας για να αποτυπώσει την ζωή του σύγχρονου ελληνισμού, το ρωμαίικο όπως επαναλαμβάνεται στο μυθιστόρημα. Θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ περιληπτικά στην υπόθεση και τη δομή του έργου
καθώς η επιλογή των αποσπασμάτων στα σχολικά εγχειρίδια δεν αναδεικνύει αυτήν την προοπτική του έργου. Στο ανθολόγιο κειμένων της Β΄ Γυμνασίου δίνεται ένα απόσπασμα που –όπως φαίνεται και από την ένταξή του στην ενότητα «Η Αποδημία – Ο καημός της ξενιτιάς – Οι πρόσφυγες» στοχεύει στην κατάδειξη της απομόνωσης που βιώνει ο ήρωας ως μετανάστης στη Γερμανία. Σαφώς ο συγγραφέας στοχεύει στην αλλοτρίωση που βιώνει ο ήρωας ως απρόσωπη μονάδα της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά ο κύριος στόχος του κεφαλαίου δεν εξαντλείται σ’ αυτήν την προοπτική. Λίγο πιο κάτω στο κεφάλαιο ο ήρωας βιώνει και προκαλεί σκηνές βγαλμένες από το θέατρο του παραλόγου όταν προχωρά σε συναλλαγές και διαπραγματεύσεις μιας αγοράς προϊόντων που γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει ή του είναι άχρηστα για να ακολουθήσουν στη συνέχεια σκηνές από
απρόσωπους έρωτες και παράλληλοι πολιτικοί μονόλογοι στο καφενείο των Ελλήνων. Σε όλα τα παραπάνω ο ήρωας δε διαδραματίζει κάποιο προσωπικό, συνειδητό ρόλο αλλά παραμένει σιωπηλός παρατηρητής. Αυτή του ακριβώς η ιδιότητα αιτιολογεί και τον τίτλο τουκεφαλαίου: ο Κάσπαρ Χάουζ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε σε ένα δάσος στη Γερμανία και δεν είχε αναπτύξει τη δυνατότητα του λόγου. Μέσα από όλο το κεφάλαιο ο Χατζής κωδικοποιεί τις κοινωνικές, προσωπικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που καθιστούν το άτομο ανενεργό και αμέτοχο στα όσα διαδραματίζονται γύρω του και εντέλει τον μεταβάλλουν σε σιωπηλό παρατηρητή της ζωής του. Ο συγγραφέας δεν εντοπίζει το πρόβλημα της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης μόνο στο χώρο των μεταναστών αλλά, όπως φαίνεται από όλο το μυθιστόρημα, το μεταφέρει και το γενικεύει σε όλη τη μεταπολεμική Ελλάδα. Έτσι, η χρήση του αποσπάσματος στη συγκεκριμένη ενότητα μπορεί να εξυπηρετεί τις ανάγκες τις ενότητας, ωστόσο το ερώτημα που προκύπτει είναι βασικό: κατά πόσον ο «τεμαχισμός» και η αποσπασματική μορφή ενός έργου προσφέρει την αισθητική και ιδεολογική λειτουργία που καλλιεργούσε ο δημιουργός; Ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και για το κείμενο της Γ΄ Γυμνασίου «Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου». Ο ήρωας του κεφαλαίου, ο Σκουρογιάννης βιώνει το αίσθημα της απομόνωσης και της αλλοτρίωσης επιστρέφοντας στην γενέτειρά του και μόνο η επαφή του με τη Φύση τον διαβεβαιώνει για την αξία του Νόστου με το όραμα του οποίου υπέμενε τη ζωή του οικονομικού μετανάστη στη Γερμανία. Η συντομία, ωστόσο του αποσπάσματος ενώ επιβεβαιώνει και επαληθεύει τον ένα πόλο του κεφαλαίου – που είναι το αίσθημα της αλλοτρίωσης που νιώθει ο ήρωας στην ίδια την πατρίδα του – αφήνει εκκρεμές το δεύτερο σκέλος που αφορά στην επανάκτηση της ταυτότητας του ήρωα που γίνεται μέσα. Για το μυθιστόρημα βλ. Σπύρος Τσακνιάς, «Το Διπλό Βιβλίο και οι δύο προοπτικές» στο Δημήτρης Χατζής.Μια συνείδηση της ρωμιοσύνης, Αχαϊκές Εκδόσεις, Πάτρα 1999, σελ. 182 – 189  Δημήτρης Χατζής, Το Διπλό Βιβλίο, εκδ. Το ροδακιό, Αθήνα, 1999, σελ. 63-79από την επαφή με την Φύση της περιοχής. Αξιοσημείωτο είναι ότι από το απόσπασμα απουσιάζει η επικοινωνία του ήρωα με μια αρκούδα της περιοχής που του επιβεβαιώνει το αίσθημα της ανθρωπιάς αλλά και του ονείρου της πατρίδας, επεισόδιο που δίνει και τον τίτλο
του κεφαλαίου. Στην Γ΄ Λυκείου εξετάζονται τα κείμενα «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» από τη συλλογή διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» και «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ». «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» περιγράφει τις περιπέτειες των ταμπάκων που έρχονται αντιμέτωποι με
τον εκβιομηχανισμό του επαγγέλματός τους και τη συνακόλουθη παρακμή της κοινότητας τους που σηματοδοτεί αναγκαστικές αλλαγές στη ζωή τους προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωσή τους. Στις οδηγίες για τη διδασκαλία του κειμένου επισημαίνεται η ανάγκη επισήμανσης της γλώσσας του κειμένου, της δομής, των χρονικών επιπέδων και του αντιπροσωπευτικού ρόλου του ήρωα. Πρόκειται για μια μία από τις ευτυχείς περιπτώσεις προτάσεων για την ανάλυση κειμένου που αναδεικνύει τους άξονες του έργου και εκμεταλλεύεται τα μέσα και τα νοήματα του έργου. Στο συγκεκριμένο διήγημα ο Χατζής μέσα από την περιπέτεια του Σιούλα και, κατ’ αναλογία, και των υπόλοιπων ταμπάκων δίνει την περίπτωση μιας μακρόβιας επαγγελματικής συντεχνίας που αδυνατεί να εναρμονιστεί στις νέες συνθήκες παραγωγής αγαθών και έρχεται αντιμέτωπη με την οικονομική και ηθική εξαθλίωση: οι ηθικοί κώδικες αξιών του ήρωα έρχονται σε σύγκρουση με την καθημερινότητα και ακολουθεί η εναρμόνισή του με τη νέα τάξη πραγμάτων. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να αναδειχτούν μέσα από το κείμενο, όπως η συνδιαλλαγή του ήρωα με τους άλλους λαϊκούς ήρωες αλλά και η στάση της γυναίκας του ήρωα, μια στάση που έχει εξεταστεί συνολικά μέσα στη συλλογή και αναδεικνύει το ρόλο των γυναικείων χαρακτήρων: συγκεκριμένα, η Σιούλενα μέσα από τη σιωπή της δημιουργεί τις συνθήκες για τη μεταστροφή του ήρωα και για την πλήρη συνειδητοποίηση της θέσης του αλλά και των αλλαγών στις οποίες πρέπει να προχωρήσει
. Στην περίπτωση του διηγήματος «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» ήδη από την εισαγωγή επισημαίνεται η θεματική του κειμένου: πρόκειται για ένα κείμενο αισθητικής φύσεως που εξετάζει τη σχέση προσωπικής και καλλιτεχνικής ζωής, απομυθοποιώντας την καλλιτεχνική δημιουργία και δίνοντας ως πλαίσιο δημιουργίας της τον εξοστρακισμό της προσωπικής επιτυχίας για χάρη του καλλιτεχνικού έργου. Το διήγημα δίνεται σε αποσπασματική μορφή αλλά η επιλογή των σημείων που παραλείπονται, δεν αδικεί το έργο ούτε στερεί από το μαθητή τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την πορεία της ηρωίδας. Μόνη σημαντική παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί η απουσία των περικειμενικών στοιχείων που πλαισιώνουν το διήγημα: το σχόλιο-αφιέρωση «για την τέχνη» που προηγείται του τίτλου στην έκδοση της συλλογής καθώς και το απόσπασμα από τον Αρθούρο Ρεμπώ που προτάσσεται στην έκδοση του κειμένου και ουσιαστικά συμπυκνώνει την ουσία του αποσπάσματος. Επίσης, ξεχωριστή αναφορά άξιζε να γίνει στο χαρακτήρα όλης της συλλογής που χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το συγγραφέα «μια ερμηνεία σε πέντε θέματα» δίνοντας έτσι τον ιδιαίτερο και πρωτοποριακό χαρακτήρα της συλλογής και φανερώνοντας τις θεωρητικές και κριτικές αναζητήσεις του συγγραφέα.
...................................................................................................................................
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

http://www.youtube.com/v/9puxoJ1f6YU?fs=1&amp;hl=el_GR"></param><param



ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ - ΙΘΑΚΗ (1911)


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.


Συγκρίνετε τη σημασία που έχει η  Iθάκη για τον ομιλητή του καβαφικού ποιήματος και το ηπειρώτικο χωριό Ντομπρίνοβο για το Δημήτριο Σκουρογιάννη στο απόσπααμα του Δ. Χατζή.

"ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ"-ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1998/05/24051998.pdf

http://www.youtube.com/v/cNGuZjSmymk?fs=1&amp;hl=el_GR"></param><param


http://www.youtube.com/v/hLMQ_zWpARY?fs=1&amp;hl=el_GR"></param><param


http://www.snhell.gr/lections/writer.asp?id=47


http://vod.sch.gr/video/view/606.html


http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/dionysios_solwmos/index.htm



 






ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Α)ΚΕΙΜΕΝΟ: Δ.  ΣΟΛΩΜΟΣ:  ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ  ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ- ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ  Β΄,  απόσπασμα  1
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Άκρα  του  τάφου  σιωπή  στον  κάμπο  βασιλεύει
Λαλεί  πουλί,  παίρνει  σπυρί,  κι  η  μάνα  το  ζηλεύει.
Τα  μάτια  η  πείνα  εμαύρισε`  στα  μάτια  η  μάνα  μνέει`
Στέκει  ο  Σουλιώτης  ο  καλός  παράμερα  και  κλαίει:
"Έρμο  τουφέκι  σκοτεινό,  τι - σ'  έχω  ‘γω  στο  χέρι;
Οπού  συ  μου  'γινες  βαρύ  κι  ο  Αγαρηνός  το  ξέρει."
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Να  συγκρίνετε  αυτές  τις  στροφές  του  Ύμνου  εις  την  Ελευθερία  με  το  Β΄ Σχεδίασμα / πρώτο  (1ο)  απόσπασμα  από  πλευράς  περιεχομένου  και  ύφους.                                                                                           
Ακούω  κούφια  τα  τουφέκια,
Ακούω  σμίξιμο  σπαθιών,
Ακούω  ξύλα,  ακούω  πελέκια,
Ακούω  τρίξιμο  δοντιών.

Α!  τι  νύκτα  ήταν  εκείνη,
Που  την  τρέμει  ο  λογισμός
Άλλος  ύπνος  δεν  εγίνη
Πάρεξ  θάνατου  πικρός.                                                              (στροφές  44  και  45)
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ανάλογο το περιεχόμενο, αναφέρεται στο ίδιο ιστορικό γεγονός. Στο πρώτο, ο αφηγητής είναι αμέτοχος παρατηρητής, περισσότερο αντικειμενικός ίσως στην καταγραφή του προβλήματος. Στο δεύτερο, ο αφηγητής είναι και δρών πρόσωπο, άρα είναι πιο άμεσο και βιωματικό το ύφος. Κυρίαρχη η χρήση του ρήματος και στα δύο, μόνο που στο δεύτερο, κάθε στίχος έχει ένα ρήμα και μάλιστα στην α ΄ στροφή έχουμε επανάληψη του ρ. ακούω. Οι εικόνες πλεονάζουν και στα δυο, όμως στον Ύμνο στην Ελευθερία υπερτερούν οι ακουστικές, ενώ στους Ελεύθερους Πολιορκημένους οι οπτικές. Τα ρήματα στο πρώτο βρίσκονται σε χρόνο ενεστώτα (εξαιρ.1 αόριστος), ενώ στον Ύμνο, η α ΄ στροφή έχει ενεστωτικά ρήματα και η β ΄ στροφή παρελθοντικά. Ομοιοκαταληξία έχουν και τα δύο ζευγαρωτή το πρώτο και πλεχτή το δεύτερο). Κυρίαρχη είναι και στα δύο η ιδέα του θανάτου, της φθοράς και της παρακμής, πιο έντονη βέβαια στο δεύτερο και μάλιστα ήδη συντελεσθείσα. Στους Ε. Π. είναι προσδοκώμενη η ολοκληρωτική καταστροφή λόγω της πείνας και της σωματικής και ψυχικής εξάντληση.
Β)ΚΕΙΜΕΝΟ: Δ.  ΣΟΛΩΜΟΣ:  ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ  ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ- ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ  Β΄,  απόσπασμα  2
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------Ο  Απρίλης  με  τον  Έρωτα  χορεύουν  και  γελούνε,
Κι  όσ'  άνθια  βγαίνουν  και  καρποί  τόσ'  άρματα  σε  κλειούνε.
Λευκό  βουνάκι  πρόβατα  κινούμενο  βελάζει,
Και  μες  στη  θάλασσα  βαθιά  ξαναπετιέται  πάλι,
Κι  ολόλευκο  εσύσμιξε  με  τ'  ουρανού  τα  κάλλη.
Και  μες  στης  λίμνης  τα  νερά,  οπ’  έφθασε  μ'  ασπούδα,
Έπαιξε  με  τον  ίσκιο  της  γαλάζια  πεταλούδα,
Που  ευώδιασε  τον  ύπνο  της  μέσα  στον  άγριο  κρίνο`
Το  σκουληκάκι  βρίσκεται  σ'  ώρα  γλυκιά  κι  εκείνο.
Μάγεμα  η  φύσις  κι  όνειρο  στην  ομορφιά  και  χάρη,
Η  μαύρη  πέτρα  ολόχρυση  και  το  ξερό  χορτάρι`
Με  χίλιες  βρύσες  χύνεται,  με  χίλιες  γλώσσες  κραίνει
Όποιος  πεθαίνει  σήμερα  χίλιες  φορές  πεθαίνει.
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πώς εκδηλώνεται ο πειρασμός στα ποιήματα του Σολωμού και του Καρυωτάκη; Συγκρίνετε πώς αντιμετωπίζει ο κάθε ποιητής το ηθικό δίλημμα των ηρώων του.

Μέρα του Απρίλη.                             
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

[Κ.Γ.Καρυωτάκης, «Διάκος», Ελεγεία και Σάτιρες(1927). Ποιήματα και Πεζά, Ερμής, 1984, σ.95]
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ανάλογο το περιεχόμενο και στα δύο έργα , καθώς κυριαρχεί η εικόνα του πειρασμού της φύσης. Στο πρώτο, προσωποποιούνται δύο αφηρημένες έννοιες, ο Απρίλης και ο Έρωτας, για να σημάνουν την πανδαισία της χαράς που απλώνεται παντού στη γη. Σε μια τέτοια εποχή, ακόμη και υποδεέστερα του ανθρώπου όντα (πρόβατα, πεταλούδα, σκουληκάκι, μαύρη πέτρα και χορτάρι) αναζωογονούνται και ομορφαίνουν. Όλα αυτά δίνονται με πολλά σχήματα λόγου και εικόνες. Στο δεύτερο, υπερτερεί η εικόνα του Απρίλη, τα πουλιά και τα άνθη. Ο στίχος, μικρότερος σε έκταση, διακρίνεται από διασκελισμό, ενώ παρατηρείται μια κάπως περιορισμένη χρήση σχημάτων λόγου. Πάντως και στα δύο προετοιμάζεται η παρουσίαση της ηθικής στάσης των αγωνιστών, η οποία όμως διαφέρει σημαντικά. Στην πρώτη περίπτωση, είναι στάση αποδοχής της κατάστασης και καταξίωσης των Μεσολογγιτών να ζήσουν την ομορφιά αυτή, έστω για τελευταία φορά. Στο δεύτερο ποίημα, το ερώτημα στο τέλος ακούγεται σαν κραυγή απελπισίας και απόγνωσης, σα μια προσπάθεια ενεργοποίησης άνωθεν μηχανισμών για να μη συντελεστεί ο θάνατος.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ...

http://www.youtube.com/v/JO1aHjnf0-4?fs=1&amp;hl=el_GR"

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου






Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, η οποία από τις 21 Απριλίου 1967 είχε επιβάλλει καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1973, όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Ζητούσαν την κατάργηση του Ν.1347, ο οποίος προέβλεπε την υποχρεωτική στράτευση όσων ανέπτυσσαν συνδικαλιστική δράση κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Η αστυνομία, παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο, εισήλθε στο χώρο του ιδρύματος, συνέλαβε 11 φοιτητές και τους παρέπεμψε σε δίκη με την κατηγορία της «περιύβρισης αρχής». Οι 8 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, ενώ περίπου 100 άλλοι αναγκάστηκαν να διακόψουν τις σπουδές τους και να ντυθούν στο χακί.
Επτά ημέρες μετά τα πρώτα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στις 21 Φεβρουαρίου οι φοιτητές κατέλαβαν το κτίριο της Νομικής σχολής στην Αθήνα, προβάλλοντας τα συνθήματα «Δημοκρατία», «Κάτω η Χούντα» και «Ζήτω η Ελευθερία». Η αστυνομία επενέβη και πάλι για να καταστείλει την εξέγερση, αλλά η βίαιη εκδίωξη των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγωνιστικότητά τους.
Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων. Το πρωί εκείνης της ημέρας οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς.
Ακολούθησαν συνελεύσεις φοιτητών στην Ιατρική και στη Νομική σχολή. Μάλιστα, οι φοιτητές της Νομικής εξέδωσαν ψήφισμα, με το οποίο ζητούσαν την ανάκληση των αποφάσεων της Χούντας για τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών, εκδημοκρατισμό των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 20% του προϋπολογισμού και ανάκληση του Ν.1347 για την αναγκαστική στράτευση των φοιτητών.

Όσο περνούσε η μέρα άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυ-τεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο. Η αστυνομία αποδείχθηκε ανίκανη να εμποδίσει την προσέλευση του κόσμου. Το απόγευμα πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία.
Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτίριο του Χημικού και αργότερα στο κτίριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Επιπλέον, στο Πολυτεχνείο εγκαταστάθηκαν πολύγραφοι, που δούλευαν μέρα - νύχτα, για να πληροφορούν τους φοιτητές και τον υπόλοιπο κόσμο για τις αποφάσεις της Συντονιστικής Επιτροπής και των φοιτητικών συνελεύσεων. Συγκροτήθηκαν συνεργεία φοιτητών, που έγραφαν συνθήματα σε πλακάτ, σε τοίχους, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα ταξί, για να τα γνωρίσουν όλοι οι Αθηναίοι. Στο Πολυτεχνείο οργανώθηκε εστιατόριο και νοσοκομείο, ενώ ομάδες φοιτητών ανέλαβαν την περιφρούρηση του χώρου, ξεχωρίζοντας τους ενθουσιώδεις και δημοκράτες Αθηναίους από τους προβοκάτορες.
Η πρώτη αντίδραση του δικτατορικού καθεστώτος ήταν να στείλει μυστικούς πράκτορες να ανακατευθούν στο πλήθος που συνέρρεε στο Πολυτεχνείο και να ακροβολήσει σκοπευτές στα γύρω κτίρια. Στις 16 Νοεμβρίου μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο έξω από το Πολυτεχνείο, με γκλομπς, δακρυγόνα και σφαίρες ντουμ-ντουμ. Οι περισσότεροι διαλύθηκαν. Όσοι έμειναν έστησαν οδοφράγματα ανατρέποντας τρόλεϊ και συγκεντρώνοντας υλικά από νεοανεγειρόμενες οικοδομές, και άναψαν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα. Αργότερα, η αστυνομία έκανε χρήση όπλων, χωρίς όμως να πετύχει το στόχο της, την καταστολή της εξέγερσης.
Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, όταν διαπίστωσε ότι η αστυνομία αδυνατούσε να εισέλθει στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το στρατό. Κοντά στο σταθμό Λαρίσης συγκεντρώθηκαν τρεις μοίρες ΛΟΚ και μία μοίρα αλεξιπτωτιστών από τη Θεσσαλονίκη. Τρία άρματα μάχης κατέβηκαν από το Γουδί προς το Πολυτεχνείο. Τα δύο στάθμευσαν στις οδούς Τοσίτσα και Στουρνάρα, αποκλείοντας τις πλαϊνές πύλες του ιδρύματος και το άλλο έλαβε θέση απέναντι από την κεντρική πύλη. Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών ζήτησε διαπραγματεύσεις, αλλά το αίτημά τους απορρίφθηκε.

Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου το άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει. Έπεσε πάνω στην πύλη και την έριξε, παρασέρνοντας στο διάβα του μία κοπέλα που ήταν σκαρφαλωμένη στον περίβολο κρατώντας την ελληνική σημαία. Οι μοίρες των ΛΟΚ, μαζί με ομάδες -μυστικών και μη- αστυνομικών, εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο και κυνήγησαν τους φοιτητές, οι οποίοι πηδώντας από τα κάγκελα προσπάθησαν να διαφύγουν στους γύρω δρόμους. Τους κυνηγούσαν αστυνομικοί, πεζοναύτες, ΕΣΑτζήδες. Αρκετοί σώθηκαν βρίσκοντας άσυλο στις γύρω πολυκατοικίες, πολλοί συνελήφθησαν κα μεταφέρθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και στην ΕΣΑ.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στις 17 Νοεμβρίου συνελήφθησαν 840 άτομα. Όμως, μετά τη Μεταπολίτευση, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ανακρινόμενοι, ανέφεραν ότι οι συλληφθέντες ξεπέρασαν τα 2400 άτομα. Οι νεκροί επισήμως ανήλθαν σε 34 άτομα. Στην ανάκριση που διενεργήθηκε το φθινόπωρο του 1975 εναντίον των πρωταιτίων της καταστολής εντοπίστηκαν 21 περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού. Ωστόσο, τα θύματα πρέπει να ήταν πολύ περισσότερα, διότι πολλοί βαριά τραυματισμένοι, προκειμένου να διαφύγουν τη σύλληψη, αρνήθηκαν να διακομιστούν σε νοσοκομείο.
Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο, αλλά στις 25 Νοεμβρίου ανατράπηκε με πραξικόπημα. Πρόεδρος ορίστηκε ο αντιστράτηγος Φαίδων Γκιζίκης και πρωθυπουργός της νέας κυβέρνησης ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Όμως ο ισχυρός άνδρας του νέου καθεστώτος ήταν ο διοικητής της Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης, που επέβαλλε ένα καθεστώς σκληρότερο από εκείνο του Παπαδόπουλου.
Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ο Γκιζίκης και ο αντιστράτηγος Ντάβος, διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού, κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.

ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ...



Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ

 

http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1997/06/08061997.pdf%20απομνημονεύματα


[Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια]

Με τον όρο απομνημονεύματα χαρακτηρίζουμε συνήθως την από μνήμης γραπτή έκθεση ή αφήγηση γεγονότων, που ο συγγραφέας τα έζησε από πολύ κοντά, ως αυτόπτης μάρτυρας, ή πήρε κι ο ίδιος μέρος σ' αυτά. Μ' άλλα λόγια, τα απομνημονεύματα είναι ένα κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας αφηγείται ένα μέρος από την ιστορία της ζωής του. Διαφέρουν όμως από την αυτοβιογραφία, γιατί στα απομνημονεύματα ο συγγραφέας-πρωταγωνιστής δεν αφηγείται ολόκληρη τη ζωή του αλλά μόνο το κομμάτι εκείνο που συνδέεται με τη συμμετοχή του σε σημαντικά γεγονότα της εποχής του, κι αυτό επειδή έχει συνείδηση ότι στάθηκε μάρτυρας ή και συντελεστής σε ένα μεγάλο γεγονός και συνεπώς νιώθει την ανάγκη να πει κάτι για τους μεταγενέστερους, ενώ ενδεχομένως ενδιαφέρεται και για την υστεροφημία του.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα απομνημονεύματα αναφέρονται σε σημαντικά πολιτικά ή στρατιωτικά γεγονότα και πρόσωπα, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιορίζονται τοπικά και χρονικά. Φυσικά, αφού είναι γραμμένα από άνθρωπο που έζησε τα συγκεκριμένα γεγονότα, έχουν ένα χαρακτήρα και ένα
ύφος καθαρά προσωπικό και υποκειμενικό. Για το λόγο αυτό, παρ' όλο που συγγενεύουν με την ιστορία, δεν μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά κείμενα. Έχουν όμως αδιαμφισβήτητη ιστορική αξία και πολύ συχνά χρησιμοποιούνται ως ιστορική πηγή, αν και με πολλές επιφυλάξεις (όλες οι πληροφορίες που αντλούμε από απομνημονεύματα πρέπει να ελεγχθούν και να διασταυρωθούν από άλλες πιο αντικειμενικές πηγές).
Τα απομνημονεύματα ενδιαφέρουν και το μελετητή της
λογοτεχνίας, όταν έχουν να παρουσιάσουν κάποια ιδιαίτερη λογοτεχνική και αισθητική αξία (π.χ. ζωντανή αφήγηση, ξεχωριστό ύφος και ξεχωριστή χρήση της γλώσσας κτλ.). Ήδη από την αρχαιότητα, από τα έργα του Ξενοφώντα και του Ιουλίου Καίσαρα, μπορούμε να βρούμε απομνημονεύματα με λογοτεχνική αξία. Στα νεότερα χρόνια, το είδος ανθεί σε όλη τη δυτική λογοτεχνία. Ειδικά σε ό,τι αφορά τη νεοελληνική λογοτεχνία, τα απομνημονεύματα συνδέονται κυρίως με τους αγωνιστές και την Επανάσταση του 1821. Πολλοί θέλησαν να καταθέσουν μια γραπτή μαρτυρία για τα σπουδαία γεγονότα τα οποία έζησαν και αρκετοί απο αυτούς κατόρθωσαν να αφήσουν σημαντικά κείμενα. Αξίζει να αναφερθούν οι προσπάθειες των Χρ. Περραιβού, Εμμανουήλ Ξάνθου, Παναγή Σκουζέ, Παλαιών Πατρών Γερμανού, Φωτάκου κ.α. Ωστόσο, τα κείμενα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, τόσο από ιστορικής όσο και από λογοτεχνικής πλευράς, είναι τα Στρατιωτικά Ενθυμηματα του Κασομούλη, τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και η Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, που είναι μια προφορική αφήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη καταγραμμένη από το λόγιο της εποχής Γεώργιο Τερτσέτη.
  • Τα απομνημονεύματα αποτελούν είδος του γραπτού πεζού λόγου στη Λογοτεχνία, καθώς και είδος ιστορικών συγγραμμάτων στην Ιστορία.


Αδελφοί αναγνώστες!
Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το 'Αργος- και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.
'Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά 'σ τα γραφόμενα, και... τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και 'διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από 'μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ' ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.
Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να 'χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.
Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη 'παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό' 'φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού 'ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού 'χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.
'Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις 'διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα - και τό' 'χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. 'Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός 'σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ' όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.
Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ' αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ' όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι 'σ αυτήν την πατρίδα και μ' αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η 'διοτέλεια.
Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. 'Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε 'μέρα. 'Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.


 





Στρατηγός Μακρυγιάννης: «Εγώ την αλήθεια θα την ειπώ γυμνή».

Ηχητικό ντοκουμέντο: Ο Άγγελος Τερζάκης  μιλάει για τον  Μακρυγιάννη.(905KB)

Α. Σκεπτικό

Ξεκινώντας από την κρίση του Σεφέρη ότι « ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας…», θεωρούμε ότι η ζωή και το έργο του Μακρυγιάννη αποτελούν ένα σπουδαίο, αποκαλυπτικό και συναρπαστικό, κομμάτι της ζωής του ελληνισμού στα εξήντα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα. Τα απομνημονεύματά του αναπαριστούν, σαν μία ζωηρή νωπογραφία, τα ιστορικά γεγονότα του απελευθερωτικού αγώνα και των πρώτων χρόνων της πολιτικής διακυβέρνησης του ελεύθερου κράτους αλλά και μεταφέρουν τον αυθορμητισμό μιας πηγαίας λογοτεχνικότητας μέσα από ένα γραπτό λόγο έμφορτο από τη συγκίνηση μιας βιούμενης προφορικής μαρτυρίας.
Ο Μακρυγιάννης είναι μία πολυσύνθετη προσωπικότητα: αρχίζει τη ζωή του ως πολεμιστής και την τελειώνει ως πολιτικός φιλόσοφος, ξεκινά ως αγράμματος και δημιουργεί ως λόγιος ένα μνημειακό γραπτό έργο, με αφετηρία την ατομική του ολοκλήρωση θέτει ως τελικό στόχο του την αναμόρφωση της συλλογικής συνείδησης των Ελλήνων, σύγχρονων και μεταγενέστερων.
Ο σκοπός του ήταν, όπως τον διατυπώνει ο ίδιος : «… να γράψω τον βίον μου, όσα έπραξα εις την μικρή μου ηλικία και όσα εις την κοινωνία,… και όσα διά την πατρίδα μου… και όσα είδα και ξέρω οπούγιναν εις τον Αγώνα και σε όσα κατά δύναμη συμμέθεξα κ’ εγώ κ’ έκαμα το χρέος μου… Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας αγγράμματος, να βαρύνω τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς της κοινωνίας και να τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την περιέργειά τους και να χάνουν τις πολύτιμες στιγμές εις αυτά. Αφού όμως έλαβα και εγώ ως άνθρωπος αυτείνη την αδυναμίαν, σας ζητώ συγνώμη εις το βάρος οπού θα σας δώσω. Αν είμαι τίμιος άνθρωπος, θέλω γράψη την αλήθεια… Ολοι οι αναγνώστες έχετε χρέος πρώτα να ερευνήσετε διά την διαγωγή μου, πώς φέρθηκα εις την κοινωνία και Αγώνα, και αν τιμίως φέρθηκα, βάλετε βάση και εις τα γραφόμενά μου· αν ατίμως φέρθηκα, μην πιστεύετε τίποτας.»
Μέσα από το έργο του Μακρυγιάννη αναδύονται ζωηρά μια σειρά από δημιουργικές αντιστίξεις, όπως είναι η ισορροπία ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία, στην αντικειμενική κρίση και την υποκειμενική μαρτυρία, στην ατομικότητα και τη συλλογικότητα, στην εγγραματοσύνη και την προφορικότητα, στην πράξη και τον λόγο τελικά. Τα θέματα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά κίνητρα για να γνωρίσουν οι μαθητές και οι μαθήτριες τον Μακρυγιάννη όχι μόνον ως αγωνιστή της Επανάστασης αλλά και ως πνευματικό δημιουργό. Θα μπορέσουν έτσι να στραφούν, στη συνέχεια, στην αναζήτηση πρόσθετων πληροφοριών και πηγών, ώστε να ανασυγκροτήσουν, μέσα από αποσπάσματα του έργου του, την προσωπικότητα του Μακρυγιάννη αλλά και μιαν εικόνα του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της εποχής του.
Μια τέτοια μέθοδος είναι καινοτομική διδακτική πρακτική, από τη μία γιατί προωθεί την ενεργητική συμμετοχή των μαθητών στη χρήση των πηγών και στην απόκτηση γνώσης και από την άλλη γιατί συνδυάζει τη χρήση της αυτοβιογραφίας ως ιστορικής πηγής και ως οδηγό για τη λογοτεχνική ερμηνεία. Τέλος, ένα σημαντικός παιδαγωγικός στόχος είναι η γνωριμία, η κατανόηση και η βιωματική προσέγγιση της αυτοπρόσωπης μαρτυρίας μιας εξέχουσας προσωπικότητας όπως ο Μακρυγιάννης.


Ηχητικό ντοκουμέντο: Ο Μάνος Κατράκης διαβάζει τον πρόλογο από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.(17KB)


Ηχητικό ντοκουμέντο: Ο Νίκος Ξυλούρης τραγουδά τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου(230KB)

Ο Μακρυγιάννης ήταν ένας από τους κορυφαίους αγωνιστές του ’21. Γεννήθηκε στα 1797 στο Αβορίτι της Δωρίδας από φτωχούς γονείς. Το πραγματικό του όνομα ήταν Τριανταφύλλου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τον αποκαλούσαν «Μακρυγιάννη» για το ψηλό του ανάστημα, όνομα που το κράτησε και με αυτό παρέμεινε στην ιστορία. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε με στερήσεις και κακουχίες,  ανάμεσα στις περιπέτειες και στους κατατρεγμούς  των δικών του από τους Τουρκαλβανούς. Το 1804 κατά το διωγμό των κλεφτών ο πατέρας του σκοτώθηκε και ο Μακρυγιάννης ,μόλις εφτά χρονών, άρχισε να δουλεύει για να συντηρήσει τον εαυτό του. Στα 1811πάει στην Άρτα όπου και προσλαμβάνεται στη δούλεψη του προύχοντα Αθανάσιου Λιδωρίκη. Το 1817 επιδόθηκε στο εμπόριο και χάρη στο ζήλο και την εργατικότητά του κατάφερε να αποκτήσει σημαντικά κέρδη και να καλυτερεύσει τη ζωή του.
Η εμπορική του δραστηριότητα στην Άρτα κράτησε ως το 1820.Τότε όμως τα σουλτανικά στρατεύματα τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν επειδή τάχα ήταν όργανο του Αλή Πασά. Ωστόσο, κατόρθωσε να δραπετεύσει, κατέφυγε στα βουνά και ακολούθησε τον αρματολό Γώγο Μπακόλα. Στο μεταξύ είχε ήδη (1820) μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και είχε αποφασίσει με καρδιά και νου να παλέψει για την ανάσταση της φυλής του. Στη συνέχεια στρατολόγησε το πρώτο του σώμα και έφθασε στην Αθήνα. Το 1822 διορίστηκε υποδιοικητής του Κάστρου (της Ακρόπολης) με διοικητή τον Ιωάννη Γκούρα και αρχηγό της Ανατολικής Ελλάδας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε από τον Άρειο Πάγο Πολιτάρχης (αστυνόμος) των Αθηνών.
 Ενώ διαρκούσε ο αγώνας των Ελλήνων κατά των Τούρκων άρχισε ο εσωτερικός κομματικός διχασμός που κατέληξε σε εμφύλιο πόλεμο με οδυνηρά επακόλουθα για την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μακρυγιάννης πολέμησε και στους δύο εμφυλίους ως αντιπρόσωπος των διοικήσεων.
 Στο ίδιο χρονικό διάστημα, συμμετέχει ενεργά σε μάχες που έκριναν την εξέλιξη της Επανάστασης του ’21. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην ιστορική για τα αποτελέσματά της μάχη των Μύλων όπου ο Ιμπραήμ Πασάς υπέστη πανωλεθρία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει (Ιούνιος 1825). Ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα, ο Μακρυγιάννης οχυρώθηκε στον Σερπετζέ ( Ωδείο Ηρώδη του Αττικού)και αντέταξε σθεναρή αντίσταση. Κατά τη μάχη του Σερπετζέ μετά από φοβερό αγώνα κατόρθωσε να αποκρούσει τους επιτιθέμενους και να σώσει την Ακρόπολη. Πολέμησε επίσης στην εκστρατεία της Αττικής, στις επιθέσεις της Καστέλλας και του Πειραιά που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Ελλήνων(Απρίλιος 1827)και την παράδοση της Ακρόπολης στους Τούρκους.
 Βαθιά λυπημένος απ’ όλα αυτά τα γεγονότα ο Μακρυγιάννης, απογοητευμένος με την κυβέρνηση και τις διχόνοιες, βασανισμένος από τις πληγές που έφερε σ’ όλο του το σώμα (είχε τραυματιστεί βαριά και στη μάχη των Μύλων και στη μάχη του Σερπετζέ) απομακρύνθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ζωή. Με την κάθοδο του Καποδίστρια διορίζεται αρχηγός της Εκτελεστικής δυνάμης στο Μοριά, θέση που του αφαιρέθηκε, όταν παρασυρμένος από τον Ιωάννη Κωλέττη χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε για να επιβάλει συνταγματικό πολίτευμα στον Καποδίστρια, πράγμα που δυσαρέστησε τον κυβερνήτη.
Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε την κυβέρνηση ως απολυταρχική και ζητούσε Σύνταγμα, μ’ όλο που τον περιέβαλλαν με ιδιαίτερη εκτίμηση και του απένειμαν το βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1840 άρχισε να οργανώνει τον αγώνα υπέρ της επιβολής του Συντάγματος και πρωτοστάτησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 για την παραχώρησή του από τη βαυαρική δυναστεία. Υπήρξε τόσο κατηγορηματικός στην προσπάθειά του για επιβολή των πραγματικών ελευθεριών ώστε κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του βασιλιά , συνελήφθη (1851),δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μετριάστηκε σταδιακά, έμεινε στη φυλακή δυο χρόνια για να αποφυλακιστεί τελικά(1854) με τη μεσολάβηση του Δημητρίου Καλλέργη. Η υγεία του όμως από τις κακουχίες και τη βαναυσότητα της φυλακής κλονίστηκε. Έτσι ο Μακρυγιάννης απομονώθηκε στο σπίτι του κοντά στους στύλους του Ολυμπίου Διός (η συνοικία αυτή φέρει μέχρι σήμερα το όνομά του-"Μακρυγιάννη") όπου και πέθανε στις 27 Απριλίου1864...Πριν λίγες μέρες είχε προαχθεί από την τότε κυβέρνηση στο βαθμό του αντιστράτηγου!
Εκτός όμως από τις ηρωικές του πράξεις και το παράδειγμά του αυτός ο μεγάλος Έλληνας κληροδότησε στις νεότερες γενιές ένα αθάνατο μνημείο ύφους, ήθους, λόγου και περιεχομένου ,τα Απομνημονεύματά του. Άρχισε να τα γράφει στο Άργος (26 Φεβρουαρίου 1829) με σκοπό να διδάξει και να φρονηματίσει τους μεταγενέστερους και συνέχισε μέχρι το 1851 ώσπου η καταδίκη του και οι άλλες δραματικές περιπέτειες της ζωής του τον ανάγκασαν να σταματήσει. Σε όλη τη διάρκεια των δύσκολων καιρών φροντίζει με κάθε τρόπο να διαφυλάξει το χειρόγραφό του γιατί πιστεύει ότι και μ’ αυτό τον τρόπο κάνει το καθήκον του απέναντι στον τόπο και την ιστορία του. Η αποκατάσταση και δημοσίευση (1907)  των Απομνημονευμάτων  οφείλεται στο Γιάννη Βλαχογιάννη που με εξαιρετική φροντίδα επιμελήθηκε και εξέδωσε το έργο του στρατηγού Μακρυγιάννη.
Το έργο στην αρχή πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Εκτός από τον Παλαμά κανείς σχεδόν δεν αντιλήφθηκε τη σημασία του. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για ν’ ασχοληθούν μαζί του λογοτέχνες και κριτικοί και να φέρουν τον Μακρυγιάννη και το έργο του στο προσκήνιο της πνευματικής μας ζωής. Τι οδηγεί το Γιώργο Σεφέρη να πιστεύει πως ένα έργο σαν του Μακρυγιάννη είναι η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού ,πως αποτελεί μια πολύτιμη διαθήκη και να θεωρεί τον Μακρυγιάννη μαζί με τον Παπαδιαμάντη ως τους μεγαλύτερους πεζογράφους της Ελληνικής Λογοτεχνίας; Το ότι αποτυπώνοντας το βίο του πάνω στο χαρτί ξεδιπλώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του ελληνισμού, ότι η ιστορία του είναι περισσότερο από μια ιστορία γεγονότων. Είναι μια ιστορία των συναισθημάτων του λαού του...πως αυτός ο αγράμματος και ταπεινός για την άμαθειά του μέσα από αυτό το απελέκητο γράψιμο αναδεικνύει μια σπάνια καλλιέργεια και ευαισθησία...πως πέρα από την καταγραφή σημαντικών ιστορικών γεγονότων ,την κριτική που ασκεί, τον αντίλογο στο ψεύδος και την υποκρισία, τη δίψα για δικαιοσύνη, μας προσφέρει ένα μεγάλο μάθημα εθνικής αυτογνωσίας .Κι όλα τούτα χαράζοντας στο χαρτί τη γλώσσα που μιλάει με τη ρουμελιώτικη προφορά, αποτυπώνοντας την ίδια του τη φωνή με σοφία, εκφραστική αμεσότητα και απλότητα και με τη μαστοριά του προικισμένου λαϊκού αφηγητή.                                                                                                                                            
Άλλο γνωστό και συζητημένο έργο του Μακρυγιάννη είναι το «Οράματα και θάματα» που αρχίζει να γράφεται μερικούς μήνες ύστερα  από τα Απομνημονεύματα «το άλλο στορικό», όπως ονομάζεται από τον Μακρυγιάννη, θεωρείται από τον η συνέχειά του, και χαρακτηρίζεται  με τον ίδιο τίτλο «στορικό», όπως και το πρώτο.


Κριτική για τον Μακρυγιάννη

Ηχητικό ντοκουμέντο: Ο Άγγελος Τερζάκης μιλάει για τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη(336KB)

ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ   « Σκέψις Μακρυγιάννη  Χειρ. Δ.Ζωγράφου», Ελεύθερα Γράμματα, 22 Μαρτίου 1946 
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο ατόφιος αυτός Ρουμελιώτης αγωνιστής του 21, που έμαθε την αλφαβήτα για να προσθέσει ένα ακόμα όπλο στο σελάχι του, θέλοντας ν΄ αποστομώσει τους «χαμερπείς» που στρεβλώνανε την ιστορική αλήθεια «εστοχάσθη» να μιλήσει με τη γλώσσα της ζωγραφικής στους αγράμματους συμπολεμιστές του, ακριβώς όπως οι παλιοί εκείνοι τεχνίτες που ιστορούσανε τα Ευαγγέλια και πλάι στο κείμενο ζωγραφίζανε σε μικρογραφίες τα επεισόδια της Γραφής για τον αναλφάβητο αναγνώστη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης»,  Δοκιμές, πρώτος τόμος (1936-1947), Ίκαρος, 1981 (Δ΄ έκδοση).
Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατελείωτος και ο τραγικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα, αναζητά την ελευθερία, το δίκαιο, την ανθρωπιά. [….]
Ο δεύτερος λόγος που πιστεύω πως ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος μας, είναι γιατί τον νομίζω σαν ένα μεγάλο διδάσκαλο της γλώσσας μας. Αν εξαιρέσω την ερειπωμένη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σωλομού, δεν ξέρω άλλο κείμενο στα νέα μας γράμματα που να διδάσκει τόσα πολλά όσο το κείμενο του Μακρυγιάννη [….]
Ύφος είναι οι δυσκολίες που βρίσκει ένας άνθρωπος για να εκφράσει κάτι, ύφος είναι η ανθρώπινη προσπάθεια, «ύφος είναι ο άνθρωπος», όπως διδάσκει ένα σοφό ρητό [….]
… Αυτό το ύφος των πραγμάτων, το ύφος της ανάγκης, το ύφος το αποτελεσματικό, το βρίσκω στον Μακρυγιάννη.
Ποτέ δεν ξανακούσαμε στην Ελλάδα μια τόσο αδρή φωνή [….]
Η φωνή του Μακρυγιάννη είναι ένας κλώνος από το στιβαρό δέντρο που έδωσε τον Ερωτόκριτο και τη Θυσία του Αβράαμ, έδωσε τα δημοτικά μας τραγούδια, κι έδωσε ακόμη - προτείνω την ταπεινή μου ιδέα για όσο αξίζει - τον πιο μεγάλο καλλιτέχνη που βγήκε από την Ελλάδα, ύστερα από τους αρχαίους, τον Θεοτοκόπουλο.

 Αποσπάσματα

Τα γράμματα είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία - εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του , και μια κακή παιδεία - εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος. Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς, θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα. Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν ήταν αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του, είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία, κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα - είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ΄21.
Γι΄ αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία. […]

Θυμούμαι πάντα το Θεόφιλο όταν συλλογίζομαι τον Μακρυγιάννη.
Σας έλεγα πως ο Μακρυγιάννης είναι από τις πιο μορφωμένες ψυχές του νέου ελληνισμού, το ίδιο πιστεύω και για το Θεόφιλο, αν η λέξη μόρφωση σημαίνει πνευματική μορφή. Κι αυτή η μόρφωση τους είναι εξαιρετικά έντονη και δραστήρια. Είναι καταπληκτική η έμφυτη ανάγκη που έχουν να εκφραστούν. Εκμηδενίζει όλες τις δυσκολίες. Θυμάται κανείς κάτι πεισματάρικα φυτά, που όταν πιάσει η ρίζα τους, προχωρούν γκρεμίζοντας φράχτες, σπάζοντας ταφόπετρες. Ο Μακρυγιάννης δημιουργεί έκφραση σε κάθε του ώρα. Και με πετραδάκια της θάλασσας (Β΄ 351) ακόμη κάθεται και γράφει την ιδέα του στο χώμα του περιβολιού του, και συμπληρώνει τη σκέψη της μέρας με τα όνειρα που βλέπει στον ύπνο του. […]

Θα ήθελα τώρα, προτού τελειώσω, να συνοψίσω τη γνώμη μου για την αξία του βιβλίου του Μακρυγιάννη. Ακούσατε λίγες περικοπές του. Είναι ελάχιστες και ανεπαρκείς. Αλλά θα σας δώσουν οπωσδήποτε μια μικρή βάση για να κρίνετε την ιδέα μου, που είναι η ακόλουθη: Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ« Μνήμη του  Μακρυγιάννη, Mέρες Γ΄, Κυριακή, 20 Αυγούστου 1939. Αθήνα»
Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις
μες στην κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,
οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται
καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.
«Γνωρίζετε αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα
είναι η αρχή εξ ής το ανθρώπινον γένος κατάγεται…»
κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,
κι ο Μακρυγιάννης σάπιος από τις πληγές
δυο στα κεφάλι και άλλες στο λαιμό και το ποδάρι
το χέρι χωρίς κόκαλα και σίδερα στη γαστέρα
για να κρατιούνται τ΄ άντερα -
γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο
γράφοντας γράμματα στο Θεό.
Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;
με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,
ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;
Ήταν ένας άντρας από δω
γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκίνο
κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα,
κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.
Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, ή άσφαλτο λιώνει
τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν
κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα -
Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις
έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη
και σκούζω νύχτα μέρα-μέρ΄ απ΄ τις πληγές μου.
Τούτο γινότανε στις δεκατρείς
τυοτ΄νού του μήνα (Αύγουστος 1852).
Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές
έκανε την κατ΄ οίκον έρευνα χωρίς ν΄ αφήσει τίποτε
κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)
κι ο άλλος κοντός κι αρχάριος
ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι
ποιος ήταν ο καλόγερος που χάρισε
του στρατηγού το κομπολόι
τόσο ασυνήθιστα μακρύ.
Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος
πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς
στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους.

 Γ. ΘΕΟΤΟΚΑΣ   «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης», περιοδικό Νέα Εστία 1941
 Ο Στρατηγός έγραψε τα Απομνημονεύματά του με φωνητική ορθογραφία και μ΄ ένα γραφικό χαρακτήρα ιδιότυπο και σχεδόν ακατανόητο σ΄ έναν αναγνώστη που δεν έχει εξασκηθεί ειδικά. Το έργο έμεινε άγνωστο αρκετές δεκαετίες, ώς ότου το ανακάλυψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης και το πρόσφερε στο έθνος. Το μετάγραψε σε κανονική ορθογραφία, εργαζόμενος απάνω στο χειρόγραφο, όπως μας λέει ο ίδιος, δέκα εφτά μήνες, το διαίρεσε σε βιβλία και κεφάλαια και το δημοσίεψε στα 1907 μαζί μ΄ ολόκληρο το Αρχείο του Στρατηγού, συνοδεύοντας την έκδοση με πολύτιμα σχόλια και επεξηγηματικές υποσημειώσεις.
Η βασική παρεξήγηση είναι ότι έχει επικρατήσει, στη διανοούμενη Ελλάδα, η συνήθεια να θεωρείται ο Μακρυγιάννης σαν ένας απλός και ανεύθυνος άνθρωπος του λαού, παρθένος από κάθε εσωτερικό δούλεμα και κάθε προσωπικό στοχασμό, σαν ένας αυτόματος δημοτικός τραγουδιστής σε πεζό. Τα Απομνημονεύματά του παρουσιάζονται έτσι σαν ένα γραφτό έργο αντίστοιχο της «λαϊκής τέχνης», σπουδαίο, βέβαια, στο είδος του, αλλά που η σπουδαιότητά του βρίσκεται ακριβώς στην έλλειψη συνείδησης και ευθύνης του δημιουργού του, στην απλότητα της ψυχής του και της σκέψης του, στον αφελή αυθορμητισμό του. Και λαϊκός είναι βέβαια, ο άνθρωπος, βουτηγμένος με χαρά στη λαϊκότητα περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα πεζογράφο, όχι όμως έτσι όπως τον φαντάζονται. Κατά βάση λαϊκός στην έκφραση, στο γούστο, στη θεώρηση του κόσμου, όμως κάμποσα κεφάλια ψηλότερος από το πλήθος, πολύ έντονα ατομικός, στο έργο του όσο και στη ζωή του, και τρικυμισμένος από ευγενικά πάθη και αγωνίες. Πιστεύω ότι, παρά την απλότητα της φρασεολογίας του, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης δεν είναι απλός συγγραφέας. Είναι περίπλοκος. 

Μ . ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ   « Συνάντηση Σεφέρη - Μακρυγιάννη» εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα 1983.
«Θα σημειώσω γυμνή την αλήθεια, χωρίς πάθος», γράφει ο Μακρυγιάννης. Αφηγείται, ωστόσο, με άγριο πάθος. Καταθέτει διατελώντας μόνιμα εν βρασμώ ψυχής. Δεν υπάρχει σελίδα χωρίς οργή και έξαψη. Γράφει με την αιχμή του σπαθιού και όχι με την πένα. Κυριαρχούν οι ζοφερές και ακραίες καταστάσεις. Μαύρο - άσπρο. Και την καταγραφή των περιστατικών και στην εξεικόνιση των προσωπικών βιωμάτων. Σχεδόν απουσιάζουν οι φωτοσκιάσεις.
Από τη μια μεριά η διεφθαρμένη απ΄ άκρη σ΄ άκρη ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, κλεφτοκαπεταναίοι και λογιότατοι, εφοπλιστικό και φεουδαρχικό αρχοντολόι. Από την άλλη οι ενάρετοι και απονήρευτοι αγωνιστές.
Ο γνήσια λαϊκός ψυχισμός του Μακρυγιάννη, το κάλλος του απροσποίητου και πηγαίου, το στηλιτευτικό ύφος του αδιάφθορου, ή φήμη του ευαγγελιστή της αρετής και του πατριωτισμού, έχουν περιβάλει το έργο του με τέτοια αίγλη που αντιστέκεται σε κάθε αμφισβήτηση και δυσχεραίνει την ψύχραιμη ανατομία και αποτίμηση, δημιουργώντας ακόμα και συναισθηματικές αναστολές.
Ο Μακρυγιάννης είναι ειλικρινής αλλά όχι αντικειμενικός, αυθόρμητος αλλά όχι πάντοτε αξιόπιστος, ακέραιος αλλά όχι ανεπηρέαστος. Υπάρχει παρρησία και αρετή αλλά συχνά όχι φερεγγυότητα. Δίνει παραστατικά την ατμόσφαιρα αλλά όχι το ακριβές περίγραμμα, προσφέρει μια εκδοχή του γεγονότος, με τη δική του όραση, αλλά όχι το αυθεντικό γεγονός. Ούτε το βάθος ούτε τις προεκτάσεις. Μερικές φορές, ότι απομένει είναι ο αντικατοπτρισμός, ο απόηχος. Πιο ευσταθείς μαρτυρίες είναι εκείνες που αναφέρονται σε προσωπικά βιώματα, σε λεπτομέρειες. Αλλά και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις η νηφαλιότητα συνήθως απουσιάζει. Ο Μακρυγιάννης γράφει μαχόμενος και δημηγορώντας. 

Κ. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ   «Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη» εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986 
Ο Σεφέρης, έχοντας χωνέψει τα πράγματα για τα οποία μιλά - έχοντάς τα μέσα του -, δεν κάνει βήματα πίσω πηγαίνοντας γι΄ αυτή τη συνάντηση με τον Μακρυγιάννη και με όσα αντιπροσωπεύει στη σύγχρονη συνείδηση αυτό το φαινόμενο. Το μάθημα γίνεται με όλες τις αξιώσεις ενός σημερινού μαθήματος. Καμιά λ.χ. γλωσσική παραχώρηση στο μέρος του Μακρυγιάννη, πουθενά δε βρίσκει κανείς τέτοιου είδους χειρονομίες που διαπιστώνουμε σ΄ άλλες περιπτώσεις. Είναι πάνω σ΄ αυτό σταθερός. Με κανένα τρόπο δεν πάει αυτός ο ίδιος εκεί, τον ίδιο τον Μακρυγιάννη τον καλεί να ξαναπάρει τις πληγές του και τ΄ άρματά του - τον ωραίο του λόγο - και να έρθει εδώ, πράγμα που είναι μια ανώτερη εκδήλωση σεβασμού κι εμπιστοσύνης σ΄ αυτόν τον άνθρωπο και στο έργο του, γιατί δηλώνει τη ζωντανή του παρουσία μέσα στο σημερινό. Δε γίνεται μνημόσυνο νεκρού. Γενικά ο Σεφέρης είναι δυνατό και σωστό χωνευτήρι. Ότι πέφτει εκεί μέσα χρωματίζεται από την προσωπικότητά του, χωρίς να χάνεται. Ακόμη και όταν είναι δηλωμένες οι πηγές ή η προϋπόθεση γι΄ ακουστικές και άλλες συνηχήσεις με γνωστά εκφραστικά υποδείγματα - λ.χ. με τον ίδιο τον Μακρυγιάννη -, ακόμη κι εκεί διαβάζεις Σεφέρη, όχι Μακρυγιάννη ή «Ερωτόκριτο» ή «Αγία Γραφή» που η μουσικής της - και όχι η μουσική μόνο - είναι διάχυτη στο έργο του. Η ποιητική του αντίληψη του υπαγορεύει άλλες λύσεις. Λέει γι΄ αυτό το ζήτημα στη διάλεξη για τον Μακρυγιάννη: «Αν είχα να γράψω ένα ποίημα που να εκφράζει τον Μακρυγιάννη… θα κοίταζα να γράψω τρεις γραμμές ή τρεις σελίδες, συγκεντρώνοντας από την εμπειρία που έχω των εικόνων και των καημών του τόπου μου τις λέξεις εκείνες που κατά το αίσθημά μου θα σας έδιναν τη συγκίνηση που μου έδωσε, χωρίς ίσως να ονομάσω διόλου, αυτόν ή πράγματα που ονομάζει».